| Ναι, γιατί η … | εγώ με τη μητέρα μου και τ' αδέλφια μου ήμασταν σε ένα περίχωρο της | Πανόρμου | που είχε εκκλησία Παναγία και | |
| Πρώτο ηχητικό απόσπασμα | ||||
[2]
| Χμ. | |||||
| ήταν θαυματουργή. | Και μας πήγαν εκεί, | μας πήγαιναν κάθε χρόνο. | Και εκεί απάνω στην • | που περνούσαμε ωραία και γινόταν | |
[3]
| τελετές και ψαλμούς και πολύ ο κόσμος χαιρότανε, | έρχεται ένας αγγελιοφόρος, | τον θυμάμαι, | στη μέση του μοναστηριού, | το | |
[4]
| Χμ. | |||
| μοναστήρι ήτανε πολύ μεγάλο και στη μέση ήταν άδειο. | Ήταν γύρω γύρω • σπιτάκια σπιτάκια και στη μέση είχε … | και στάθηκε | |
[5]
| εκεί αυτός ο | ντελάλης, | και λέει: | ετοιμαστείτε όλοι να φύγετε. | Γίνεται οσπισθοχώρησις και με πασ / με όποιο μέσο βρείτε πρέπει | |
[6]
| Εσείς ξέρατε | ότι ο στρατός είναι μέσα στη Τουρκία | και πολεμάει | |||
| να φύγετε. | Αλλά αμέσως… | Βέβαια ναι ήξερε. | Όταν λοιπόν άρχισαν να κλαίνε οι μάνες γιατί | ||
| Δευτερο ηχητικο απόσπασμα |
[7]
| είχαν παιδιά, | μεταφορικό μέσο δεν είχαν, | και για μένα / για μας την οικογένεια, εγώ ήμουν το μικρότερο παιδί, τ' αδέρφια μου | |
[8]
| απεφάσισαν, | δέκα χρονώ και δεκατρία / δώδεκα δεκατρία να φύγουν με τα πόδια, μαζί με τον θείο, αδερφό της μητέρας μου, απ' | |
[9]
| τα βουνά· | είχε μονοπάτια, αλλά τα βουνά είχαν πιάσει και φωτιά. | Και προχωρούσαν, | από μακριά βλέπαμε τις φωτιές… | εγώ τις | |
[10]
| Πόσο ήσουν τότε; | Και τα θυμάσαι | αυτά; | |||||
| έβλεπα τις φωτιές και στενοχωριόμουνα, | ήμουν… | Εξήμιση. | Εφτά χρονώ. | Γιατί αμέσως φύγαμε. | |||
[11]
| Και έκλαιγα γιατί έλεγα: | Τ' αδέλφια μου τώρα, άμα καούν; | Η μητέρα μου ύστερα με πολύ κόπο βρήκε ένα … | βρήκε… | αραμπά | |
| Τρίτο ηχητικό απόσπασμα | |||||
[12]
| Χμ. | ||||||
| τα λέγανε αυτά, | γιατί ήταν διαφορετικά, | με ένα άλογο | και έδωσε πολλές λίρες, | γιατί εγώ δεν μπορούσα να περπατήσω, να | ||
[13]
| πάω απ' τα βουνά· | και μας κατέβασε, | τον έδωσε πολλές λίρες | και μας κατέβασε στη παραλία της Πανόρμου, της πατρίδας μας. | |
[14]
| Ναι, ναι. | Ο μπαμπάς σου δεν ήτανε στο πανηγύρι; | |||
| Εκεί μας περίμενε ο πατέρας μου και τ' αδέρφια μου είχαν φτάσει… | Όχι, ο | |||
[15]
| Είχε δυο μαγαζιά. | ||||
| μπαμπάς μου δεν μπορούσε, είχε δυο μαγαζιά. | Λοιπόν, και μας περίμενε εκεί | και αρχίσαμε να κλαίμε, να | ||
| Τέταρτο ηχητικό απόσπασμα | ||||
[16]
| αγκαλιάζονται… | ήταν και αδελφές της μητέρας μου που είχαν συγκεντρωθεί εκεί | και είχανε πιάσει, πρόλαβαν, ένα | καΐκι· | ένα, | |
[17]
| Χμ. | Συνέχισε εσύ σε ακούω εγώ | |||||
| είχε μπάρες, είχε μεγάλο αμπάρι. | Και στο καΐκι αυτό, | από το αυτό, από τον αραμπά, | μόλις μας κατέβασε, λίγα λεπτά, | μας | ||
| Πέμπτο ηχητικό απόσπασμα | ||||||
[18]
| Όλοι μαζί; | ||||||
| πήραν και μας πήγανε στο | αμπάρι το πλεούμενο. | Πέντε οικογένειες, συγγενείς όλοι. | Όλοι μαζί. | Μας βάλαν εμας μέσα | ||
[19]
| στα … γιατί διαδίδονταν ότι | εκ/ λεηλατούσαν και τα, αυτά τα μικρά· | γιατί όλοι όσοι έφευγαν είχαν λίρες, | γιατί μόνο τις λίρες | |
[20]
| Μόνο, το μόνο που μπόρεσαν να… | ||||
| τους μπόρεσαν… | πάρουν, τις λίρες τους. | Και γιαυτό επάνω μένανε δυο τρεις άνδρες | ||
[21]
| γεροδεμένοι, | θυμάμαι ήταν και ο πατέρας μου τότε | και οπλοφορούσαν, είχανε κάτι στα χέρια τους. | Θυμάμαι τον πατέρα μου. | |
[22]
| Πρέπει να είχανε όπλα. | Άν έρθουν… | ||||
| Ναι για να αντισταθούν, | αν μας επιτεθούν. | Δεν μας επιτέθηκαν, δεν μας έπιασαν | και μας πήγανε | ||
[23]
| απέναντι από την Πάνορμο, | σε ένα χωριό, | που το θυμάμαι | Αρμενοχώρι το λέγανε· | αυτό εγώ όταν με κατέβασαν χάρηκα πολύ | |
[24]
| γιατί εγώ δεν καταλάβαινα· | αλλά για μια στιγμή… | να το πω κι αυτό, γιατί το θυμάμαι πολύ έντονα… | ε, βρήκα τη κούκλα μου, | |
| Έκτο ηχητικό απόσπασμα | ||||
[25]
| Χμ. | ||||||
| μου είχαν φέρει μία απ' την Κωνσταντινούπολη | και η κούκλα μου δεν είχε τα | παπουτσάκια της | και άρχισα να κλαίω | τα | ||
[26]
| παπουτσάκια μου θέλω | και έλεγα να παν να μου τα φέρουν· | και ο πατέρας μου θύμωσε, | ήταν στενοχωρημένοι οι άνθρωποι, | |
[27]
| και λέει | τι έχει και κλαίει αυτό το μικρό· | και τότε πρώτη φορά θυμάμαι που ο πατέρας μου με μάλωσε πολύ και φοβήθηκα και | |
[28]
| Το Αρμενοχώρι αυτό που ήτανε; | νησί ελληνικό; | Όχι | Α, το | |||||
| σταμάτησα. | Απέναντι από την Πάνορμο. | Παραλία, παραλιακό. | Ήτανε | Όχι. | ||||
[29]
| απέναντι, η απέναντι μεριά του κόλπου; | ||||
| Ναι απέναντι από το … | Ε, καθίσαμε εκεί μερικές μέρες | και όπως άκουγα από τους | ||
[30]
| μεγάλους | ο άτακτος στρατός που κατέβαινε στην Πάνορμο | τον αντιστάθηκαν, δεν ξέρω ποιές δυνάμεις | και δεν τον άφησαν να | |
[31]
| μπουν μέσα· | ότι πρόλαβαν έκαναν στα | περίχωρα, | αλλά εμείς πια δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω· | δεν είχαμε μέσο | για να | |
[32]
| στο πανηγύρι | |||||
| πάμε να πάρουμε λίγα ρούχα, να πάρουμε κάτι· | είχαμε όμως τα ρούχα που είχαμε στην | στο πανηγύρι | και είχαμε | ||
| Έβδομο ηχητικό απόσπασμα | |||||
[33]
| Χμ. | ||||||||
| πάρει τα καλύτερα | και είχαμε όλο βαριά, ωραία ρούχα, | τα θυμάμαι, | κάτι | μπελερίνες ωραίες | και • πέρασε ένα αγγλικό, | δεν | ||
[34]
| ξέρω ποιοι το στείλανε, | ένα αγγλικό | βαπόρι | και μας πήραν | στο αγγλικό το βαπόρι | όλες τις οικογένειες και τους αυτούς τους | |
[35]
| Για να φτάσει … | ||||||
| ντόπιους, | που ήταν απ' το Αρμενοχώρι, | και αυτό το βαπόρι έκανε τέσσερις μέρες | για να φτάσει· | ούτε ξέραμε | ||
[36]
| που μας πηγαίνουν· | εγώ γλύτωσα επειδή θέλησε φαίνεται η τύχη να γλυτώσω· | γιατί όλοι ήταν σαν | τους είχε πιάσει η | ||
| Όγδοο ηχητικό απόσπασμα | |||||
[37]
| φουρτούνα, η θάλασσα | και δεν ήταν σε θέση να … | μας είχαν, | θυμάμαι πολύ καλά αυτό το χώρο, | και όταν το θυμάμαι | |
[38]
| ανατριχιάζω, | στο αμπάρι, αλλά αυτό ήταν πολύ μεγάλο | δεν είχε καμπίνες | μόνο ξύλα έβλεπα, ξύλα και λίγη θάλασσα· | είχε | |
[39]
| είχε και νερά; | ||||||
| και λίγο νεράκι | υγρό. | Ναι και μάλιστα εγώ | ποιος ξέρει, έκαναν όλοι εμετό | και, έφυγα φαίνεται απ' τη μαμά μου | ||
[40]
| και ήμουνα λίγο στη μέση | και αυτό μου το είπανε βέβαια, | γιατί εγώ δεν το, δεν το ένοιωσα, | δεν ήμουν σε θέση, | πέρασε ένας | |
[41]
| Χμ. | |||||
| ναυτικός και με κούνησε με το πόδι του | για να δει αν είμαι ζωντανό· | και είδε ότι έκλαψα, ήμουν ζωντανό· | και με πήρε | ||
[42]
| Α, και σε έβγαλε από τα… | |||||
| έτσι, λέει, με ένα χέρι | και με έβγαλε απ' τα … | ήμουν σε νερά | και με έβγαλε και με έβαλε σε ένα πιο | ||
[43]
| Και όλοι οι άλλοι ήτανε άρρωστοι από τη θάλασσα; | ||||||
| ύψωμα. | Εγώ έζησα. | Εγώ έπρεπε να πεθάνω. | Όλοι ήτανε πεσμένοι, | άλλος | ||
[44]
| ανάσκελα, άλλος … | γιατί τους έπιασε η θάλασσα· | και έκαναν … | και μας πήγαν στη | Ραιδεστό. | Λοιπόν, όταν πήγαμε εκεί δεν μας | |
[45]
| έβγαζαν αμέσως απ' τα βαπόρια· | γιατί έπρεπε να 'ρθει η επιτροπή να μας κάνει έλεγχο. | αν ήμαστε υγιείς, αν …, δεν ξερω πως | |
[46]
| το λέγανε τότε. | Ε, μας πήρανε, | κατεβήκαμε. | Ο πατέρας μου είχανε λίρες, | νόμισαν ότι θα μείνουμε εκεί | και ότι ήταν | |
[47]
| περαστικό και θα ξαναγυρνούσαμε. | Έτσι άκουγα να λεν οι μεγάλοι. | Βγήκαμε εκεί στα παράλια, έτρεξε ο πατέρας μου, | βρήκε | |
[48]
| ενα σπίτι μαζί με τους συγγενείς | και πήγαμε εκεί και μέναμε· | μείναμε καμμιά • περίπου σαράντα μέρες, | νομίζοντας ότι θα | |
[49]
| Ξέρεις ποιοί ήτανε οι συγγενείς αυτοί; | Δηλαδή ποιοί ήτανε; | ||||
| γυρίσουμε πίσω. | Ήτανε αδέρφια της μητέρας μου, | δυο αδέρφια της | |||
[50]
| Κανένας πίσω έμεινε, που δεν πρόλαβε να φύγει; | Δηλαδή | ||||
| μητέρας μου | και ξαδέρφια του πατέρα μου, | όλες οικογένεια είχανε. | |||
[51]
| φύγατε όλοι, προλάβατε να φύγετε; | |||||
| Εμείς οι συγγενείς φύγαμε· | αλλά άκουγα από τους άλλους, | όχι γιατί δεν πρόλαβαν· | |||
[52]
| Ναι. | ||||
| βγήκανε Τούρκοι, | γιατί με τους Τούρκους ο πατέρας μου είχε τρεις υπαλληλους Τούρκους. | Ο Τούρκος εμένα με ανέβαζε | ||
[53]
| και με κατέβαζε στο σπίτι μου. | Πήγαινε στου μπαμπά μου το αυτό … | τους είχαν εμπιστοσύνη· | και αυτοί οι Τούρκοι επειδή | |
[54]
| αγαπούσαν πολλοί τους Έλληνες, | γυρνούσαν από πόρτα σε πόρτα και τους παρακαλούσαν· | μερικοί ήταν και μεγάλοι και δεν | |
[55]
| είχαν και χρήματα | και δεν ήθελαν να φύγουν· | και τους έλεγαν αυτοί | ότι εμείς θα σας προστατεύσουμε, | εμείς θα σας | |
[56]
| Οι Έλληνες εκεί μιλούσαν όλοι τουρκικά; | Ο μπαμπάς σου και η | |||||
| προσέξουμε, | γιατί φεύγετε; | Και έτσι άκουσα ότι έμειναν | Όλοι. | |||
[57]
| μαμά σου όλοι μιλούσαν τουρκικά; | Ο θείος Χρήστος; | ||||
| Μιλούσαν τουρκικά. | Και τ' αδέρφια μου μιλούσαν, γιατί ήταν μεγάλα. | Εγώ | |||
[58]
| Ήξερες λίγα. | |||||
| ήμουν εφτά χρονών, δεν …, ε πολύ λίγα. | Πολύ λίγο. | Και ύστερα όταν μείναμε στη Ραιδεστό, | ο πατέρας μου | ||
[59]
| νόμισαν ότι θα μείνουμε εκεί· | αλλά πάλι έρχεται διαταγή· | αλλά κάθε βράδυ, | όταν σταμάτησαν ένα μήνα, | για να … | μερικοί | |
[60]
| τολμηροί πήγανε στη πατρίδα· | δηλαδή, νέα παιδιά δεκαοχτώ χρονώ, δεκαεννιά χρονώ, | μπορούσαν να παν για να φέρουν κάτι. | |
[61]
| οι γονείς μου δεν μπορούσαν γιατί είχαν και μας. | ένας ανηψιός της μητέρας μου… | ε, τον παρακάλεσαν να πάει στο σπίτι μας | |
[62]
| Καλά και πήγε και | ||||
| και να μας φέρει… | δεν είχαμε να μαγειρέψουμε… | κάρβουνα, επειδή είχε πολλά κάρβουνα η μαμά μου. | ||
[63]
| έφερε από την … | Ναι | |||||||
| Και πήγε και έφερε κάρβουνα· | έφερε και ένα | σαμαβάρι το λένε· | για να μας φτιάνει τσάι. | Το σαμαβάρι | και | |||
[64]
| Ναι | Αυτός πήγε εκεί με καράβι, | |||||
| ραπτομηχανή· | για να ράβει τα παιδιά της ρούχα, εσώρουχα, | δεν | είχαμε. | Αυτά μας τα 'φερε ο … | ||
[65]
| υπήρχει επι… | Α, πήγαιναν και έρχονταν. | |||||
| Υπήρχε. | Ναι πήγαιναν πολλοί. | Πήγαιναν και έρχονταν· | και ο πατέρας μου επειδή ήταν | |||
[66]
| και | μερακλής | και ήταν και το | επάγγελμά του… | ε, φέρε λέει και στο τάδε χώρο, | είχε ένα ούζο, ούζο που το είχε βγάλει αυτός. | |
[67]
| Και του έφερε και το … | |||
| Ήτανε Αύγουστος, 23 Αυγούστου ήτανε. | Και υπήρχε το ούζο αυτό. | ||