Menu

τραγούδια και ιστορίες

Μητροπολίτου Ιωσήφ 11α. To Εργατικό (1947-1960)

 Στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια βίωνα δύο διαφορετικούς χώρους που είχαν την ίδια στέγη, στο πατρικό μου σπίτι, όπου συστεγαζόταν και ένα εργαστήριο ραπτικής (Εργατικό). Τις αναμνήσεις από αυτήν την συγκατοίκηση, που παρουσίαζε κάτι ιδιόμορφο σε σχέση με τον κανόνα της ιδιαίτερης οικογενειακής ζωής, πάντα ήθελα να τις περιγράψω και να τις αφιερώσω στην εργοδότρια του εργαστηρίου, στη μητέρα μου. Με καθυστέρηση ετών και ανάλογη συναισθηματική φόρτιση τώρα το θεώρησα ένα ισχυρό κίνητρο που αυτά τα επαγγέλματα κινδυνεύουν να χαθούν να συμμαζέψω και να διασώσω ό,τι θυμάμαι από την ζωή στο Εργατικό, τις συνθήκες εργασίας και την κοινωνική του διάσταση. Χωρίς αξιώσεις ιστορικότητας, η περιγραφή θεωρείται μια μικρή προσφορά στην προφορική ιστορία της εργασίας για να διασώσουμε ό,τι ο χρόνος καταβροχθίζει.

Έφη Δημητριάδου-Τουφεξή, Οκτώβριος 2016

map.jpg
Η οδός Μητροπολίτου Ιωσήφ

Ο τόπος, ο χρόνος, τα πρόσωπα

Ο δρόμος

Μεταξύ Τσιμισκή και Μητροπόλεως στη Θεσσαλονίκη ο κάθετος δρόμος που καταλήγει στην παραλία ήταν και είναι η Μητροπολίτου Ιωσήφ. Το 1947 από ό,τι θυμάμαι ήταν σκυροστρωμένος ή χωματένιος με ενδιάμεσες λακκούβες. Τα σπίτια τετραώροφα και τα γωνιακά εξαώροφα πλαισίωναν τον δρόμο, άλλα είχαν περίτεχνα μπαλκόνια, άλλα διέθεταν ένα ημιυπόγειο· ιδιαίτερα το γωνιακό σπίτι ανατολικά, που επειδή τα παράθυρά του ήταν στο ύψος του δρόμου λειτουργούσε ως καθιστικό για τα παιδιά και τους βραδινούς επισκέπτες. Η δυτική γωνιακή πολυκατοικία προς την Μητροπόλεως ανήκε όλη σε έναν πλούσιο έμπορο και στο ισόγειο στεγαζόταν τρεις ή τέσσερες οικογένειες που συνέρρεαν από τις κατεστραμμένες επαρχίες της Βόρειας Ελλάδας. Αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου η μάνα που από το ημιυπόγειο φώναζε: Παναγιωτα-α-άκη, Ρου-ου-ούλα. Αυτό γινόταν κάθε απόγεμα που παίζαμε στο δρόμο: κρυφτό, τσιλίκα-τσομάκα, κουτσό, σκαλιστά, σχοινάκι. Αυτά βέβαια τα παιγνίδια γίνονταν εκεί έξω από τα σπίτια μας, ενώ τα παιδιά από τους πάνω ορόφους των πολυκατοικιών σπάνια κατέβαιναν στον δρόμο, ήταν καλοντυμένα και δεν συγχρωτίζονταν με τη γειτονιά.

Στην δυτική γωνία της Μητροπολίτου Ιωσήφ με την Τσιμισκή ήταν σε γωνιακή πολυκατοικία, που σώζεται ακόμη, το Καταφύγιο, όπου κατέφευγε στον καιρό της Κατοχής από τους Γερμανούς όλη η γειτονιά, όταν γινόταν συναγερμός. Στην ίδια πολυκατοικία, στην γωνία, ήταν το μπακάλικο του «πετσιασμέ­νου», αυτό το παρατσούκλι του είχαμε δώσει· έξω στην καρέκλα καθόταν ένας παππούς που μας έδινε ξυλιές με το μπαστούνι του: καθόμασταν στη σειρά να μας κτυπήσει χαϊδευτικά από πίσω, ήταν και αυτό ένα παιγνίδι για τα παιδιά που γινόταν καθημερινά.

Άφησα τελευταία την άλλη γωνία Τσιμισκή και Μητροπολίτου Ιωσήφ, απέναντι από το Καταφύγιο που δεν ήταν κτισμένη και στέγαζε ένα γκαράζ, που παλαιότερα το χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί, μια που είχαν επιτάξει δίπλα την πιο ωραία και καινούρια πολυκατοικία της γειτονιάς, όπου εγκατέστησαν στρατιωτικές υπηρεσίες.

Η ζωή των γυναικών ιδιαίτερα της αστικής ή καλύτερα της μικροαστικής τάξης περιστρεφόταν, μετά από την βαρβαρότητα της Κατοχής, γύρω από τις μικροαπολαύσεις ενός αμερικάνικου κραγιόν ή της πολυτέλειας μιας νάυλον κάλτσας.

Στα πρώτα χρόνια μετά την αποχώρηση των Γερμανών, σε όλα σχεδόν τα σπίτια του δρόμου μας ίσχυσε το Ενοικιοστάσιο, οι ενοικιαστές γίνανε μόνιμοι, οι ιδιοκτήτες δεν μπορούσαν να τους διώξουν επειδή επιβλήθηκε στον εκμισθωτή παράταση της σύμβασης μίσθωσης και μετά τη λήξη της, χωρίς αντίστοιχη αύξηση ενοικίου. Μερικοί ενοικιαστές είχαν την άδεια να υπενοικιάζουν τα διαμερίσματά τους και έτσι έβγαζαν ένα εισόδημα. Στα ημιυπόγεια ή στα υπόγεια υπήρχε πάντα πολυκοσμία, πολλοί εργένηδες μένανε σε υπενοικιασμένα δωμάτια, γιατί η στέγαση ήταν πολύ μεγάλη ανάγκη και τα σπίτια λίγα.

Στο πρώτο πάτωμα ενός προπολεμικού τριώροφου με ημιυπόγειο ήταν εγκατεστημένο το Εργατικό[1] της κυρίας Ντίνας και η οικογένειά της. Στο δεύτερο πάτωμα κατοικούσε ο σκωπτικά λεγόμενος «Σέρβος» και στο τρίτο ένας έμπορος, ο κ. Παπαδόπουλος, με μια καλοκάγαθη και εξυπηρετική γυναίκα, την κ. Όλγα, και τους τρεις του γιους, που ήταν όλοι λεβέντες και το καμάρι της γειτονιάς· όλοι ανέπτυξαν πατριωτική δράση και μετανάστευσαν μετά το τέλος του πολέμου στην Νότια Αμερική. Στον διάδρομο, σχεδόν στην είσοδο του τριώροφου, ο Χαρίλαος, ένας ένοικος του ημιυπογείου, είχε εγκαταστήσει ένα πρόχειρο τσαγκαράδικο και τις Κυριακές ψάρευε στο λιμάνι για να εξοικονομήσει κανένα μεροκάματο από τα ψάρια, που τα πουλούσε στη γειτονιά, με το αζημίωτο φυσικά· αυτός συγκατοικούσε με δύο δασκάλες, αδελφές, την Ασπασία και την Ισμήνη και κατά κάποιον τρόπο τις εξυπηρετούσε.

Η ζωή των γυναικών ιδιαίτερα της αστικής ή καλύτερα της μικροαστικής τάξης περιστρεφόταν, μετά από την βαρβαρότητα της Κατοχής, γύρω από τις μικροαπολαύσεις ενός αμερικάνικου κραγιόν ή της πολυτέλειας μιας νάυλον κάλτσας. Το βασικό ερώτημα που απασχολούσε όλες τις γυναίκες ήταν το «τί θα φορέσω;». Σε αυτό το ερώτημα απαντούσε η μοδίστρα που εκτός από την ενημέρωση για κάθε καινούριο ύφασμα του «Σιλέκτ»[2] ανελάμβανε και το ρόλο του συμβούλου για πολλά άλλα θέματα.

Σ’ αυτήν την γειτονιά τα παιδιά ήταν πάντα στον δρόμο: σε ένα λιθόστρωτο ανώμαλο οδόστρωμα, όπου παίζανε πρωτότυπα μεταπολεμικά ευφυή παιγνίδια, όπως τα «μπακάλικα» που στήνονταν κατά μήκος της Μητροπολίτου Ιωσήφ, μπροστά στο Χαρίσειο γηροκομείο. Εκεί μέσα σε άχρηστα, κατά κανόνα, τενεκεδάκια οι πέτρες του οδοστρώματος γίνονταν ανάλογα με το σχήμα τους φακές, φασόλια ή ρεβίθια, το χώμα γινόταν αλεύρι και η άμμος, όπου υπήρχε, ζάχαρη· ακόμη υπήρχε ένα πρόχειρο αποχωρητήριο κατά μήκος του πεζοδρομίου όπου κάθονταν στα δύο τα κοριτσάκια, κυρίως, κάνοντας ένα μικρό ρυάκι τσίσα ως την Προξένου Κορομηλά. Τα αγόρια χάζευαν τα κορίτσια κάνοντας σχόλια. Τα αγόρια πάλι κάνανε στο Χαρίσειο αθλητικούς αγώνες με έπαθλο νομίσματα μικρής αξίας ή ένα σάμαλι που πουλούσε κάποιος πλανόδιος. Ο παιδόκοσμος είχε τις εσωτερικές διαβαθμίσεις του, τους αρχηγούς και τους βοηθούς.

Ο πιο ικανός και άτακτος, ο Χαράλαμπος από την κάτω γειτονιά, διοικούσε από το ύψος του έκτου πατώματος της οικοδομής του το σύνολο των αγοριών και ένα μέρος των κοριτσιών. Πάνω από την Μητροπόλεως ώς την Τσιμισκή υπήρχε δημοκρατία και όλοι μαζί συναποφάσιζαν τα παιγνίδια. Παίζοντας κρυφτό, το αγαπημένο παιγνίδι του δειλινού, χωνόμασταν μέσα στις εισόδους, βρίσκαμε τα πιο απίθανα μέρη και ανακαλύπταμε τα σώματά μας, καθώς ο ένας ακουμπούσε στον άλλο· αγόρια και κορίτσια γνωριζόμασταν για πρώτη φορά. Το κυνηγητό ήταν παιχνίδι για τους πιο ζωηρούς με όρους αυστηρούς για όποιον καθυστερούσε. Τα κορίτσια και τα αγόρια παίζανε μαζί και χωριστά πολλές φορές κουτσό, μια άσκηση δεξιοτεχνίας και ισορροπίας: σέρναμε μια επίπεδη πέτρα με το ένα πόδι μόνο στα αριθμημένα κουτάκια και έχανε όποιος πατούσε την γραμμή.

Η αρίθμηση του παιχνιδιού κουτσό

6 2 3
4 7 5 εδώ γινόταν μια στάση στα δύο πόδια
έξοδος 9 1 8
είσοδος

[1]. Αυτή ήταν η ορολογία που χρησιμοποιούσαν οι εργαζόμενες για το μοδιστράδικο. Η λέξη βιοτεχνία δεν είχε εμφανισθεί ακόμη· ο όρος Εργατικό συμπεριελάμβανε το χώρο και το προσωπικό που δούλευε στη μοδίστρα.

[2]. Σιλέκτ: επώνυμο κατάστημα υφασμάτων στην Βενιζέλου.

Το κλίμα μετά τον πόλεμο

Όλα μετά το 1945 ήταν διαφορετικά, οι αξίες που καθιέρωσε ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος είχαν να κάνουν μόνο με την επιβίωση, την εξασφάλιση του επιούσιου. Ακολούθησαν οι πρώτες μικρές απολαύσεις με εκδρομές στα κοντινά προάστια. Ήρθαν οι «Αμίκοι» που φορούσαν άσπρα τουρμπάν στα κεφάλια, ήταν μελαχροινοί –μάλλον Ινδικής καταγωγής– και εγκαταστάθηκαν εκεί που ήταν παλιά οι Γερμανοί, απέναντι από το σπίτι της κυρίας Ντίνας στην Μητροπολίτου Ιωσήφ. Ήταν επιθετικοί με τις γυναίκες και απίστευτα όμορφοι άντρες, ενώ οι Άγγλοι ήταν ξεπλυμένοι, ροδαλοί και ξεχώριζαν με τις στρατιωτικές στολές τους. Έναν Άγγλο γνώρισε η Καίτη, που ήταν μεταφράστρια, και τα «ψήσανε» την εποχή που όλα τα ραδιόφωνα έπαιζαν το τραγουδάκι: «να το πάρεις το κορίτσι». Ο Άγγλος ήταν οδηγός ενός στρατιωτικού φορτηγού Τζέιμς με το οποίο διοργάνωνε εκδρομές, όπου στοιβάζονταν άντρες και γυναίκες με τις οικογένειές τους και υπήρχε μια στριμωγμένη θέση για τα παιδιά. Οι δρόμοι ήταν ανύπαρκτοι, μόνο χωραφόδρομοι και κάτι φαρδιά μονοπάτια μέσα από τα οποία το «Τζέιμς», στενάζοντας και συχνά υποστηριζόμενο από τους επιβάτες που το σπρώχνανε, κατέληγε στις κοντινές παραλίες, την Επανομή ή την Μηχανιώνα.

Μεγέθυνση

english_driver
Ο Άγγλος ιδιοκτήτης του Τζέιμς

Μεγέθυνση

parees_ekdromon
Οι παρέες των εκδρομών

Εκδρομές

Εκεί, αποβιβάζονταν όλοι οι εκδρομείς, έστρωναν κάτω κουρελούδες, οι τολμηροί βουτούσαν στην θάλασσα· οι γυναίκες φορούσαν κοντά σορτς και τα παιδιά έπρεπε να μην κάνουν καθόλου φασαρία και να είναι πειθαρχημένα, μέχρι την απολαυστική ώρα του φαγητού. Ήταν «ρεφενέ», όλοι είχαν προμήθειες από το σπίτι – τέτοια ποικιλία ήταν κάτι άγνωστο στα παιδιά που μεγάλωσαν στην Κατοχή – ο παστουρμάς, η λακέρδα, τα βραστά αυγά, η μουρταδέλα, τα υπέροχα κεφτεδάκια της κυρίας Χριστίνας μέσα σε δευτερόλεπτα εξαφανίζονταν· η κυρία Ντίνα, η ψυχή της παρέας, με το τσιγάρο στο χέρι, φώναζε «Πρώτα τα παιδιά!», βίαια αποσπούσε τις προμήθειες για μας σε πετσέτα καθαρή και κινδύνευε να μείνει η ίδια νηστική, αλλά αυτό δεν την ενδιέφερε: «Πρώτα τα παιδιά!» ήταν η επιλογή της και γι’ αυτήν την επιλογή θυσίασε κυριολεκτικά και μεταφορικά τα νιάτα της.

Μεγέθυνση

parea_thalassa
Η παρέα στη θάλασσα της Επανωμής στην εκδρομή μας της 14.7.46.

Γλέντια

«Πρώτα τα παιδιά!» ήταν η επιλογή της και γι’ αυτήν την επιλογή θυσίασε κυριολεκτικά και μεταφορικά τα νιάτα της.
Αυτά τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια, οι παρέες που σχηματίζονταν, συγκεντρώνονταν στα σπίτια, όταν έσβηναν τα φώτα –λόγω συχνών διακοπών του ηλεκτρικού ρεύματος– και χόρευαν, τραγουδούσαν οι ίδιοι, ντύνονταν καρναβάλια και κυρίως παίζανε χαρτιά· ένα επίμηκες παραλληλόγραμμο τραπέζι του εργαστηρίου ραπτικής (πάγκος) μετατρεπόταν με μια πράσινη στρατιωτική κουβέρτα σε χαρτοπαικτικό, σαν να είχε πράσινη τσόχα. Τα παιγνίδια δεν ήταν αθώα, παίζονταν υψηλά χρηματικά ποσά ιδιαίτερα στο πόκερ και την πόκα. Υπήρχαν οι πίκες (μάρκες) και το δωμάτιο γέμιζε καπνούς από τα τσιγάρα· μου προκαλούσε ευφορία η προσωπική αυτή επαφή με τους μεγάλους, με μεγάλωσε πιο γρήγορα, καθώς περιφερόμουν από παίκτη σε παίκτη. Τα παιδιά ήταν απαγορευμένο να μιλούν, αλλά μπορούσαν να προσέχουν την έκφραση του προσώπου κάθε παίκτη, τις συσπάσεις, την νευρικότητα, ώσπου να ανοίξουν τα χαρτιά και να δούμε ποιος θα πάρει τις μάρκες (τα κέρδη). Ήταν απολαυστικά αυτά τα βράδια, όταν παρατεινόταν η αγωνία μέχρι το πρωί, καμιά φορά· εκεί παιδούλα έμαθα την προπαίδεια από αγκαλιά σε αγκαλιά. Έλεγα πρώτα τα εύκολα το 3, το 5, και καθώς περνούσε ο καιρός με κλάματα το 6 και το 7, με νευρική ανησυχία το 8 και το 9, ώσπου η κυρία Βερώνη μου έμαθε τον μηχανισμό και έγινα στο σχολείο η πρώτη στην αριθμητική.
Οι άνθρωποι που σύχναζαν σε αυτά τα χαρτοπαικτικά σουαρέ ήταν επώνυμοι: ο διευθυντής του Ελληνικού Βορρά, ο διευθυντής του ΑΧΕΠΑ, σιδηρέμποροι, χρηματιστές. Η μοδίστρα περιφερόταν πάντοτε καλοντυμένη, ευπροσήγορη, με ένα τσιγάρο στο χέρι, ήταν εξίσου φιλόξενη με όλους. Αν έβλεπε κανείς την ίδια γυναίκα πριν από 20 περίπου χρόνια, στα μέσα της δεκαετίας του 1920, θα δυσκολευόταν να προβλέψει αυτήν την εξέλιξη.

Η προσφυγιά – Η καταγωγή της κυρίας Ντίνας

Η καταγωγή της κυρίας Ντίνας ήταν από την Πάνορμο της Μικράς Ασίας (σήμερα Bandirma στην Τουρκία), από όπου η οικογένεια της ήρθε με την ανταλλαγή των πληθυσμών τον Αύγουστο του 1922.

Μεγέθυνση

panormos
Απόψεις της Πανόρμου από όπου καταγόταν η κυρία Ντίνα.

Η ζωή τους στην Πανόρμο ήταν όπως και των άλλων Ελλήνων άνετη· είχαν τα εισοδήματά τους, ο Γιάννης ο πατέρας της ήταν ποτοποιός, πουλούσε λιανικά και χοντρικά, και επιπλέον είχε ένα κουρείο με δύο καλφάδες στο οποίο οι πελάτες μπορούσαν να παίξουν και τυχερά παιγνίδια· έτσι, η Ευγενία η μητέρα της έκανε το κομπόδεμά της σε λίρες, που τις είχε ραμμένες στο «κεμέρι» , μια ζώνη με θήκες που την φορούσε στην μέση. Σύμφωνα με την αφήγηση της Ντίνας, που στην Πάνορμο ονομαζόταν Κωνσταντία όπως ήταν το βαφτιστικό της, τα γεγονότα μετά την κατάρρευση του μετώπου έγιναν ως εξής:


Τότε ο δάσκαλος της είπε: «Αυτά που φοράς θα τα πουλήσεις και το παιδί δε θα το αδικήσεις να μάθει γράμματα».

Η Επτάλοφος

Επειδή η ζωή τους ήταν δύσκολη και ο παππούς Γιάννης έβλεπε ότι δεν έχει δουλειά στο κουρείο που άνοιξε, άλλαξε το επίθετό του από Χριστοδούλου-Χρήστου σε Σκαμνιώτης. «Ίσως» έλεγε «κάποιος πατριώτης θα θυμηθεί τις Σκαμνιές της Αρτάκης.», από όπου καταγόταν. Άδικα όμως, τα πεντόλιρα τέλειωναν σιγά-σιγά και τότε αγόρασε ένα οικόπεδο στην Επτάλοφο και εγκατέστησε εκεί την οικογένειά του.
Μετά τον γάμο της το 1938 η κυρία Ντίνα εγκαταστάθηκε σε διάφορα σπίτια του κέντρου της Θεσσαλονίκης και ο πόλεμος την βρήκε στη οδό Μητροπολίτου Ιωσήφ, όπου μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την γειτονιά, η ζωή ξανάβρισκε σιγά-σιγά την εσωτερική της ισορροπία, επέστρεφαν οι παλαιοί ιδιοκτήτες και έρχονταν καινούριοι γείτονες που λόγω του Ενοικιοστασίου ήταν νέοι ένοικοι, άντρες και γυναίκες, εργαζόμενοι στο κέντρο της πόλης.

Μεγέθυνση

spiti_eptalofou
Το σπίτι της Επταλόφου (1929).

Μεγέθυνση

ntina_panagiotis
Ντίνα και Παναγιώτης Δημητριάδης (1938).
 

Η μαθητεία της μοδίστρας στην ραπτική

Η μαθητεία της κυρίας Ντίνας στο ράψιμο είχε μια πικρή κατά βάθος προϊστορία που πρέπει να την εκθέσω. Όταν τέλειωνε το Δημοτικό σχολείο γύρω στα 1926, μια προσφυγοπούλα από την Πάνορμο της Μ. Ασίας, έπαθε τύφο και της έκοψαν τα μαλλιά πολύ κοντά, σχεδόν την έκαναν αγόρι. Επειδή ντρεπόταν να κυκλοφορεί έτσι, κλείστηκε στο σπίτι, στην συνοικία της Επταλόφου, και έκλαιγε απαρηγόρητη. Η μητέρα της, η Ευγενία, είχε τότε την καλή έμπνευση για να την απασχολήσει να μεσολαβήσει σε μια μοδίστρα που δούλευε με μεροκάματο ώστε να την έχει βοηθό, καταρχήν στο σπίτι της και όταν μεγάλωσαν τα μαλλιά της στα σπίτια, όπου έκανε η μοδίστρα τα μεροκάματά της. Η κυρία Άννα την πήρε στην αρχή μαζί της από υποχρέωση, αλλά σύντομα διαπίστωσε ότι τα χεράκια της δούλευαν πολύ καθαρά και οι βελονιές ήταν συμμετρικές. Ανελάμβανε πρώτα τις φόδρες, έμαθε τη χρήση της χειροκίνητης μηχανής και παρακολουθώντας προσεχτικά την μοδίστρα τελείωνε με εξαιρετική επιμέλεια, ό,τι της ανέθετε. Δεν μπορούσε όμως να αναλάβει πρωτοβουλίες ιδιαίτερα στην κοπτική. Εκεί εφάρμοσε «το ράβε, ξήλωνε», ξηλώνοντας ένα ρούχο και έχοντάς το ως πατρόν (σχέδιο) μπορούσε να βγάλει πιστά αντίγραφα. Έτσι γύρω στα 16 της χρόνια, στα 1930, άρχισε να κάνει η ίδια μεροκάματα στα πλούσια σπίτια της Θεσσαλονίκης.

Μεγέθυνση

ntna_konta_mallia
Η Ντίνα. Με κοντά μαλλιά και τα αδέλφια της (±1926).

Ο καλός της άγγελος ήταν η Τζίλντα, μια όμορφη κοσμική Θεσσαλονικιά της οικογένειας Ντομπροβόλσκι, ανεψιά της αδελφής της, που την ενθάρρυνε και σχεδόν της χάρισε μαζί με την αγάπη της και την αυτοπεποίθηση ότι θα γίνει μια καλή μοδίστρα. Η Ντίνα τελειοποιούσε τις γνώσεις της, ρωτούσε τις πιο έμπειρες από αυτήν και με έναν προσωπικό αγώνα, με απογοητεύσεις και επιβραβεύσεις, ξηλώνοντας και ράβοντας συνεχώς, ανέδειξε το ταλέντο της. Ήταν αυτοδίδακτη. Έτσι γύρω στα 1935, είκοσι χρονών πια, από το ένα πλούσιο σπίτι στο άλλο, άρχισε να συναναστρέφεται πρώτα τα κορίτσια και έπειτα τα αγόρια της «χρυσής νεολαίας» της εποχής της.

Μεγέθυνση

stin_paralia
Στην παραλία Θεσσαλονίκης.

Έραβε τα δεύτερα ρούχα (ποδιές νυκτικές, ρόμπες, ακόμα και εσώρουχα γιατί έτοιμα δεν υπήρχαν). Επειδή ήταν νόστιμη, αγαπητή και εξυπηρετική, η πελατεία της γινόταν όλο και πιο μεγάλη. Η σχέση της με το ρούχο, που γινόταν όλο και πιο πολύπλοκο, αναβαθμίστηκε. Σ’ αυτήν την δυσκολία ανήγαγε την τεχνική της αντιγραφής σε επιστήμη. Άρχισε να διαλύει ένα ρούχο που το είχε ως υπόδειγμα και να το αντιγράφει πιστά. Χωρίς να πάει ποτέ κοπτική, ξηλώνοντας και βλέποντας τις λεπτομέρειες, έγινε γύρω στα 1935 μια επώνυμη «μεροκαματατζού» σε πλούσιες οικογένειες του Κέντρου της Θεσσαλονίκης, κάτι που της έδινε τον αέρα της επιτυχημένης στη γειτονιά της Επταλόφου. Το αποτέλεσμα ήταν να μην καταδέχεται την Επτάλοφο και να θέλει να εγκατασταθεί στο κέντρο της πόλης, εκεί όπου ήταν η ψυχή της.

Μεγέθυνση

bechtsinar_efivi
Στην παραλία Μπεχτσινάρ έφηβη.

Μεγέθυνση

paralia_thessalonikis
Παραλία Θεσσαλονίκης.

Όσες φορές παρακαλούσε τα δυό της αδέλφια, τον Χρήστο και τον Γιώργο, να κατέβουν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και να νοικιάσουν ένα σπίτι για να μην έχουν ναύλα, την δούλευαν ψιλό-γαζί και την χαρακτήριζαν ψηλομύτα που θέλει μεγαλεία. Αυτοί ήταν δεμένοι με την ζωή στην Επτάλοφο, μια αμιγώς προσφυγική συνοικία, που είχε χαμηλά σπιτάκια πρόχειρα κτισμένα· ωστόσο, όλα είχαν μια αυλή, μικρή ή μεγάλη, ανάλογα με το οικόπεδο, που οι πάμφτωχες γιαγιάδες μας την περιποιούνταν. Η αυλή της γιαγιάς Ευγενίας είχε λουλούδια όλων των χρωμάτων, έναν χαμηλό ξύλινο φράκτη και στο πίσω μέρος μια τεράστια μουριά. Προς την πλευρά του Νέου Σταθμού η γιαγιά φρόντισε να αγοράσει με τα λεφτά της Ντίνας ένα οικόπεδο 130 τ.μ., στο οποίο έριξε θεμέλια για να το κατοχυρώσει και έτσι η κόρη της να αποκτήσει και μια υποτυπώδη προίκα.

Μεγέθυνση

kompsotati
Κομψότατη.

Η αυλή της γιαγιάς Ευγενίας είχε λουλούδια όλων των χρωμάτων, έναν χαμηλό ξύλινο φράκτη και στο πίσω μέρος μια τεράστια μουριά.

Όπως συνήθιζε να αφηγείται, κάνοντας απολογισμούς γι’ αυτήν την περίοδο του μεροκάματου, ζούσε σε δύο κόσμους. Έναν την ημέρα στα σπίτια των πλουσίων και έναν την νύκτα στο προσφυγικό σπίτι της Επταλόφου. Διηγούνταν με χιούμορ τι πάθαινε, επειδή δεν ήξερε να τρώει με μαχαιροπίρουνο και ντρεπόταν, γι’ αυτό αρνιόταν να φάει, κάνοντας την δύσκολη στο φαγητό· μπέρδευε το μαχαίρι στο δεξί, όπως έπρεπε, με το πιρούνι στο αριστερό, δεν έτρωγε ψάρια που είχαν ειδικά μαχαιροπίρουνα και απέφευγε τα φρούτα που θέλανε καθάρισμα. Επειδή τότε και τα μεροκάματα διαρκούσαν αρκετές μέρες, η μεροκαματατζού γινόταν μέλος της οικογένειας (πρωινό-μεσημεριανό-βραδινό) ακόμα και στον ύπνο, αν το σπίτι ήταν απομακρυσμένο. Έμαθε με την βοήθεια της Τζίλντας να μην ρουφάει τον καφέ, να τρώει την σούπα από την μέση του κουταλιού, ακόμα και το ψωμί να μην το δαγκώνει αλλά να το κόβει πρώτα με το χέρι. Αυτή η διπλή ζωή το πρωί στα αρχοντόσπιτα και το βράδι στα χαμόσπιτα την ενοχλούσε, επειδή ήταν πολύ ευαίσθητη και το βράδι, όπως έλεγε, μούσκευε το μαξιλάρι της με δάκρυα. Είχε βάλει σκοπό να αλλάξει ζωή, να εγκατασταθεί στο κέντρο της Θεσσαλονίκης και να ανοίξει, έναν «οίκο μόδας», δηλ. ένα ατελιέ μοδιστρικής. Αυτό το πέτυχε μετά τον γάμο της με τον Παναγιώτη, έναν απόφοιτο της Εμπορικής Σχολής και μετέπειτα έμπορο, που είχε ανοίξει τον πιστωτικό οίκο «Ερμής» στην Βενιζέλου, στο μέγαρο «Ερμείον». Μια πρώτη, συνεταιρική προσπάθεια για ένα εργαστήριο ραπτικής με μια φίλη προπολεμικά στην οδό Χρυσοστόμου Σμύρνης έκλεισε άδοξα με τον πόλεμο του 1940, όπου ήρθαν τα πάνω κάτω.

Συνοψίζοντας, δύο είναι τα γνωρίσματα που συνέδραμαν στην επιτυχία της κυρίας Ντίνας. Το ένα είναι η παραδοχή του «ένα ξέρω ότι δεν ξέρω τίποτε», η συγκαταβατικότητα για την γνώση των άλλων. Το άλλο, η προσήλωση στην τελειοποίηση του αποτελέσματος για κάθε έργο που αναλαμβάνει κανείς, η λεγόμενη τελειομανία. Αυτά τα δύο συνυπήρχαν και συνδιαμόρφωσαν την τεχνική και το ταλέντο με αποτέλεσμα η κυρία Ντίνα να γίνει μια πολύ καλή μοδίστρα.

Μεγέθυνση

synetairo_varka
Με την πρώτη συνέταιρο σε βάρκα.
 

Η ίδρυση του Εργατικού (1947)

Μετά το τέλος της Κατοχής, και την αποκατάσταση κάποιας ειρηνικής ζωής γύρω στα 1947, η κυρία Ντίνα αποφάσισε να ξαναανοίξει ένα εργαστήριο ραπτικής στην οδό Μητροπολίτου Ιωσήφ 11α, στον πρώτο όροφο. Εκεί διαμόρφωσε σε εργαστήριο ένα δωμάτιο που έβλεπε στις πίσω αυλές και άρχισε δειλά στην αρχή να συγκεντρώνει την προπολεμική πελατεία της, ράβοντας τώρα λίγο πιο ακριβά όχι μόνο τα πρόχειρα, αλλά και τα καλά ρούχα της ανερχόμενης σταδιακά αστικής κοινωνίας. Το εργαστήριο το αποκαλούσαν οι μαθητευόμενες μοδίστρες «Εργατικό». Υποθέτω ότι ήδη έτσι ονομαζόταν οι μικρές παραγωγικές μονάδες (που αποκαλούνται σήμερα βιοτεχνίες) μέσα στα νοικοκυριά, που απασχολούσαν εργάτριες, νεαρά κοριτσόπουλα, άλλες για μαθητεία και άλλες με το κομμάτι[1] του ρούχου που έραβαν και τέλειωναν.

Εδώ πρέπει να αναφέρει κανείς ότι ο εμφύλιος πόλεμος ταλαιπώρησε τους ανθρώπους της περιφέρειας, τους αγρότες ως επί το πλείστον. Στη Θεσσαλονίκη τα νέα έφθαναν βέβαια ξεθυμασμένα: οι εξελίξεις γίνονταν όμως φανερές σε όλους, καθώς όλα τα σπίτια, ιδιαίτερα τα ισόγεια και τα ημιυπόγεια στο κέντρο δέχτηκαν ένα κύμα εσωτερικών μεταναστών από την χειμαζόμενη επαρχία. Αυτό βέβαια σήμαινε και πιο φθηνά εργατικά χέρια, έτσι το εργαστήριο της κυρίας Ντίνας θα δούλευε πιο αποδοτικά. Τα πρώτα εργατικά χέρια έφτασαν από την συνοικία της Επταλόφου, στην δυτική Θεσσαλονίκη κοντά στο Σταθμό, όπου έμεναν οι υπόλοιποι συγγενείς της.

[1]. Ένα ρούχο (κομμάτι) το ολοκλήρωνε μία εργάτρια και πληρωνόταν 120 δρ. το φόρεμα, 150 δρ. το παλτό ή το ταγιέρ. Η μοδίστρα έπαιρνε γύρω στις 300 δρ. για φουστάνια, 500 δρ. για ταγιέρ ή παλτό.

Τα κορίτσια (= εργατικό προσωπικό)

Από τις πρώτες ήρθε η Μαρικούλα, ένα σεμνό και σιωπηλό κορίτσι που ήξερε λίγο ράψιμο και εξελίχτηκε σε πολύ καλό χέρι, ίσως το πρώτο του Εργατικού, που διεκπεραίωνε τις δύσκολες εφαρμογές των κανόνων χειροποίητης εργασίας. Ήταν διακριτική, προστατευτική με συντηρητικές αρχές και μια ανιδιοτελή αγάπη για την Ντίνα και την οικογένειά της.

Μεγέθυνση

agio_nikolao_naoussis
Εις Άγιο Νικόλαο Ναούσης με το εργατικό της μαμάς.

Μεγέθυνση

ekdromi_naoussa
Το εργατικό σε εκδρομή στη Νάουσα (Άγιος Νικόλαος) (9 Ιουνίου 1958).

Η «Τζιτζίκα», κατά κόσμον Αντωνία, με δύο πράσινα μάτια λαμπερά και πάντα ένα έντονο κραγιόν στα σαρκώδη χείλη, είχε τα δικά της οικογενειακά προβλήματα: ο αδερφός ήταν στην φυλακή, αλλά αυτή έβρισκε πολλά ελαφρυντικά για τις πράξεις του. Γενικότερα όμως ήταν ανεκτική με όλους, ήταν μια ανοικτή αγκαλιά που πολλές φορές την μούσκευαν τα δάκρυα των τιμωρημένων παιδιών της Ντίνας.
Η Χριστίνα, ένα μελαχροινό λιγνό ζωηρό κορίτσι, ήταν οργανωμένη στο Κατηχητικό και εφάρμοζε όσο μπορούσε καλύτερα τις αρχές της θρησκείας. Ήταν δίκαιη, καλή συνομιλήτρια αλλά λίγο απόλυτη στις επιλογές της.

Η Βασιλική, γειτονοπούλα στη Μ. Ιωσήφ, μια ιδιαίτερα θελκτική παρουσία για τους άντρες, τολμηρή στις επιλογές της, έραβε με γρήγορες και αποφασιστικές βελονιές ιδιαίτερα τα ταγιέρ. Η ταχύτητα μερικές φορές οδηγούσε σε σφάλματα, είχε όμως την ικανότητα και να τα διορθώνει και να τα αναγνωρίζει με ένα πλατύ χαμόγελο. Η Φανή και αυτή του Κατηχητικού από την Επτάλοφο, γενικά συνεσταλμένη, εσωστρεφής, λίγο μελαγχολική, έδενε με τη Βασιλική και αποτελούσαν το δίδυμο των ταγιέρ.

Οι δύο μικρότερες, η Καίτη η μεγάλη και η Καίτη η μικρή, πολύ γρήγορα παντρεύτηκαν και γύρω στα 1960 έφυγαν. Ωστόσο η πρώτη με τον εύθυμο χαρακτήρα της και η δεύτερη με την σπάνια ομορφιά της αποτελούσαν τα κοριτσόπουλα που συγκέντρωναν το αντρικό ενδιαφέρον.

Κάθε μεσημέρι το εργατικό αποκτούσε «μνηστήρες». Ο Γιάννης ήταν ο κανονικός αρραβωνιαστικός της Καίτης της μεγάλης, ο «Τσίφτης», ένας μελαχροινός ιδιωτικός υπάλληλος ερ¬¬χόταν το μεσημέρι φιλοξενούμενος ώσπου ν’ ανοίξει η αγορά. Ο Βασίλης, μικρανεψιός του Παναγιώτη, του συζύγου της μοδίστρας, ήταν χωροφύλακας και πάντα παρών για να λύνει τα μικροπροβλήματα που παρουσιάζονταν. Το σκηνικό είχε και την υπηρέτρια που διέθετε η οικογένεια όπως και την οικονόμο, την κυρία-θεία Αγγελική.

Από το Εργατικό πέρασαν και άλλα κορίτσια για μικρό ή μεγάλο διάστημα, άλλα για να μάθουν την τέχνη, άλλα για λίγο διάστημα ως εξειδικευμένες όπως η Αθηνούλα που παντρεύτηκε και άνοιξε το δικό της εργαστήριο· καθεμιά είχε την προσωπική της ιστορία και με τα λεφτά που κατέθετε στο δικό της οικογενειακό προϋπολογισμό συνέβαλε στην οικιακή οικονομία του σπιτιού της. Το δύσκολο ήταν ότι εργάζονταν πολλές ώρες, σχεδόν δώδεκα την ημέρα, δεν μπορούσαν να σκεφτούν τα νιάτα τους, να χαρούν μια ερωτική σχέση. Αυτό οφειλόταν και στον καθωσπρεπισμό της εποχής, αλλά και στις δικές τους συντηρητικές επιλογές. Τα χρόνια αυτά για τις εργαζόμενες κοπέλες ήταν χρόνια σκληρής βιοπάλης.